Ticker

6/recent/ticker-posts

ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ

Φωτογραφία του χρήστη Τρομακτικές Ιστορίες - Φαντάσματα.



Ήταν ένα 12χρονο αγόρι που το έλεγαν Martin, το οποίο ζούσε σε μία παλιά πολυκατοικία. Το ασανσέρ της πολυκατοικίας είναι επίσης πολύ παλιό αλλά και πολύ μικρό. Η πινακίδα στον τοίχο έγραφε: "Μέγιστη χωρητικότητα: 3 άτομα." Από τότε που η οικογένειά του μετακόμισε στην πολυκατοικία, ο Martin φοβόταν να χρησιμοποιήσει το ασανσέρ. Κάτι σε αυτό τον τρόμαζε. Ίσως να ήταν το αχνό φως φθορίου που τρεμόπαιζε στο ταβάνι... Ίσως να ήταν οι βρώμικοι, καφέ τοίχοι... Ίσως να ήταν η πόρτα, η οποία άνοιγε αργά με ένα δυσοίωνο τρίξιμο και έκλεινε απότομα με ένα δυνατό κρότο... Ίσως να ήταν ο τρόπος που ταρακουνιόταν και έτριζε καθώς ανέβαινε, κάνοντας έναν υπόκωφο θόρυβο όταν περνούσε κάθε όροφο. Ο Martin πάντα φοβόταν ότι κάτι κακό θα συνέβαινε. Φανταζόταν το καλώδιο του ασανσέρ ξαφνικά να σπάει με αποτέλεσμα να βουτάει στον θάνατό του ή φανταζόταν το ασανσέρ να σταματάει ανάμεσα σε 2 ορόφους, παγιδεύοντάς τον μέσα σε αυτό και να πεθαίνει από την πείνα πριν κάποιος τον βρει. Ο Μάρτιν συνήθως πήγαινε από τις σκάλες. Ένιωθε πως ήταν πιο ασφαλής έτσι. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι έμενε στον 17ο όροφο. Με το που έφτανε σπίτι το απόγευμα μετά το σχολείο ήταν εξουθενωμένος.
"Γιατί δεν μπήκες στο ασανσέρ;" τον ρωτούσε ο πατέρας του. O Martin δεν του απαντούσε ποτέ. Ντρεπόταν να πει στον πατέρα του ότι φοβόταν. Μερικές φορές, πίεζε και ανάγκαζε τον εαυτό του να μπει στο ασανσέρ. Έλεγε στον εαυτό του ότι απλά έπρεπε να το συνηθίσει. Αλλά δεν είχε νόημα. Δεν το συνήθισε. Μισούσε να είναι μόνος του μέσα σε αυτό. Είχε έναν παράλογο φόβο ότι θα παγιδευτεί σε αυτό μόνος του για ώρες. Αλλά δεν ήταν και πολύ καλύτερα όταν υπήρχαν και άλλοι μαζί του σε αυτό. Το ασανσέρ ήταν τόσο μικρό που έμοιαζε αβάσταχτα συνωστισμένο και κλειστοφοβικό. Μία μέρα, καθώς βρισκόταν μέσα στο ασανσέρ, αυτό σταμάτησε στον 14ο όροφο. Οι πόρτες άνοιξαν με ένα μεταλλικό τρίξιμο και μία εύσωμη κυρία στεκόταν εκεί. Ήταν αρκετά εύσωμη. Καθώς αυτή μπήκε μέσα, ο Martin ένιωσε το ασανσέρ να τρίζει από το βάρος της. Ήταν τόσο εύσωμη που το στρίμωξε στη γωνία και δεν μπορούσε να κουνηθεί καθόλου. Το σώμα της πίεζε το πρόσωπό του. Ένιωθε ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Η εύσωμη γυναίκα τον κοίταζε με τα χάντρινά της μάτια. Ο Martin προσπάθησε να αποφύγει να την κοιτάξει, αλλά αυτή συνέχισε να τον κοιτάζει επίμονα. Τον έκανε να νιώθει πολύ άβολα. Το ασανσέρ έτριζε και έκανε θορύβους καθώς κατέβαινε αργά... 12...11...10... Ο Martin κοίταξε το ρολόι του και αναρωτήθηκε πόσο ακόμα θα μπορούσε να αντέξει. 9...8...7... Η εύσωμη γυναίκα συνέχιζε να τον κοιτάει. Τελικώς, έφτασαν στο ισόγειο. Οι πόρτες άνοιξαν με ένα τρίξιμο. Ο Martin πέρασε με το ζόρι από την εύσωμη γυναίκα και βγήκε έξω. Επιτέλους μπορούσε να αναπνεύσει. Ήταν τόσο ανακουφισμένος που έτρεχε σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σχολείο. Σκεφτόταν αυτήν την γυναίκα όλη μέρα. Ζούσε στην πολυκατοικία; Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ εκεί και η πολυκατοικία δεν ήταν πολύ μεγάλη - μόνο τέσσερα διαμερίσματα σε κάθε όροφο. Μάλλον δεν ζούσε εκεί, απλά είχε επισκεφτεί κάποιον. Αλλά αν απλά είχε επισκεφτεί κάποιον, γιατί έφευγε από εκεί στις εφτάμιση το πρωί; Οι άνθρωποι δεν κάνουν επισκέψεις τέτοια ώρα. Αυτό σήμαινε ότι έμενε εκεί; Αν αυτό ίσχυε, τότε είναι πιθανό - είναι βέβαιο - ότι κάποια στιγμή θα την ξανασυναντούσε στο ασανσέρ. Ήταν νευρικός όταν έφτασε στην πολυκατοικία μετά το σχολείο. Γιατί να φοβάται μία ηλικιωμένη κυρία; Αν την φοβόταν, αν άφηνε τον φόβο να τον ελέγχει, τότε ήταν χειρότερος από όλες αυτές τις προσβολές που του έλεγαν στο σχολείο. Πάτησε το κουμπί: Μπήκε στο άδειο ασανσέρ. Κοίταζε το φως και παρακαλούσε το ασανσέρ να ανέβει γρήγορα. Σταμάτησε στον 3ο όροφο. Τουλάχιστον δεν είναι ο 14ος, μονολογούσε: Το άτομο που επισκέφτηκε αυτή μένει στον 14ο. Είδε την πόρτα να ανοίγει, αποκαλύπτοντας ένα πράσινο παλτό, ένα γουρουνίσιο πρόσωπο, τα μπλε μάτια της ήδη να τον κοιτάζουν, σαν να ήξερε ότι θα τον έβρισκε εκεί. Δεν ήταν δυνατόν. Ήταν σαν να ζούσε εφιάλτη. Αλλά να'τη - εκεί ήταν, τελείως αληθινή. "Πάω πάνω", της είπε με ντροπιαστικά τσιριχτή φωνή. Αυτή έγνεψε με την σάρκα της να τρέμει και μπήκε μέσα. Η πόρτα έκλεισε. Είδε το παχουλό της χέρι να πάει προς τα κουμπιά. Πάτησε όχι το 14, αλλά το 18, τον τελευταίο όροφο, έναν όροφο πάνω από τον δικό του. Το ασανσέρ έτριξε και ξεκίνησε να ανεβαίνει. Η εύσωμη γυναίκα τον παρακολουθούσε. Ήξερε ότι το πρωί αυτή είχε μπει από τον 14ο. Γιατί τώρα μπήκε από τον 3ο και πήγαινε στον 18ο; Οι μόνοι όροφοι που αυτός είχε πάει ήταν ο 17ος και ο 1ος. Τι έκανε; Τον περίμενε; Έμπαινε μαζί του στο ασανσέρ επίτηδες; Μα αυτό ήταν τρελό! Ίσως είχε πολλούς φίλους στην πολυκατοικία. Ή μπορεί να ήταν η καθαρίστρια που δούλευε σε διαφορετικά διαμερίσματα. Αυτό πρέπει να ήταν. Ένιωσε τα μάτια της πάνω του καθώς κοίταζε τους αριθμούς που αναμόσβηναν αργά - πολύ πιο αργά από ότι συνήθως, έτσι του φαινόταν. Ίσως το ασανσέρ να είχε πρόβλημα από το πόσο βαριά ήταν. Υποτίθεται ότι μπορεί να κουβαλήσει μέχρι τρεις ενήλικες, αλλά ήταν παλιό. Κι αν σταματούσε ανάμεσα σε δύο ορόφους; Κι αν έπεφτε; Τώρα ήταν στον 5ο. Σκέφτηκε να πατήσει το 7, να κατέβει εκεί και να ανέβει τους υπόλοιπους ορόφους από τις σκάλες. Και θα το έκανε αν έφτανε τα κουμπιά. Αλλά δεν υπήρχε χώρος ώστε να περάσει χωρίς να στριμωχτεί πάνω της και δεν μπορούσε να αντέξει ούτε την σκέψη να την ακουμπήσει. Εμεινε στην θέση του. Θα έφτανε σύντομα σπίτι του, το πολύ σε ένα λεπτό. Μπορούσε να αντέξει τα πάντα για ακόμη ένα λεπτό, ακόμη και αυτήν την τρελή κυρία που τον κοίταζε. Εκτός κι αν το ασανσέρ σταματούσε ανάμεσα σε δύο ορόφους. Τότε τι θα έκανε; Προσπάθησε να διώξει αυτήν την σκέψη από το μυαλό του, αλλά συνέχεια επέστρεφε. Την κοίταξε. Συνέχιζε να τον κοιτάζει χωρίς να υπάρχει κάποια έκφραση στα γερασμένα, μικρά της χαρακτηριστικά. Όταν το ασανσέρ σταμάτησε στον όροφό του, αυτή ίσα που κουνήθηκε για να τον αφήσει να περάσει. Έπρεπε να στριμωχτεί πάνω της και να τριφτεί πάνω στο απαίσιο, τραχύ της παλτό, τρομοκρατημένος από την σκέψη ότι η πόρτα θα κλείσει πριν τα καταφέρει. Αυτή γύρισε γρήγορα και τον κοίταξε καθώς η πόρτα έκλεινε. Ο Martin σκέφτηκε ότι τώρα ξέρει ότι μένει στον 17ο. “Έχεις παρατηρήσει ποτέ κάποια ξένη εύσωμη κυρία στο ασανσέρ;” ρώτησε τον πατέρα του εκείνο το βράδυ. “Δεν νομίζω.”, είπε χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την τηλεόραση. Ήξερε ότι πιθανότατα έκανε λάθος, αλλά έπρεπε να το πει σε κάποιον. “Λοιπόν, ήταν στο ασανσέρ μαζί μου δύο φορές σήμερα. Και το αστείο είναι ότι συνέχιζε να με κοιτάζει, δεν σταμάτησε να με κοιτάζει ούτε για μια στιγμή. Μήπως...ξέρεις κάποιον που να έχει καμιά παράξενη καθαρίστρια ή κάτι τέτοιο;” “Τι σε έχει πιάσει τώρα;” είπε ο πατέρας του γυρνώντας ανυπόμονα προς το μέρος του. “Δεν τρέχει κάτι. Απλά μου φάνηκε περίεργος ο τρόπος που συνέχιζε να με κοιτάζει. Ξέρεις, οι περισσότεροι άνθρωποι ποτέ δεν κοιτούν ο ένας τον άλλον στο ασανσέρ. Ε λοιπόν, αυτή απλά συνέχιζε να με κοιτάζει.” “Τι θα κάνω με εσένα Martin;” είπε ο πατέρας του. “Τώρα σοβαρά, φοβάσαι μία καημένη ηλικιωμένη κυρία;” “Δεν φοβάμαι.” “Φοβάσαι.”είπε ο πατέρας του με απόλυτη σιγουριά. “Πότε θα μεγαλώσεις και θα αρχίσεις να συμπεριφέρεσαι σαν άντρας; Θα είσαι δειλός σε όλη σου την ζωή;” Κατάφερε να μην κλάψει μέχρι να πάει στο δωμάτιό του. Αλλά, έται κι αλλιώς, ο πατέρας του πιθανότατα ήξερε ότι έκλαιγε. Κοιμήθηκε ελάχιστα. Και το πρωί που η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε, η κυρία ήταν εκεί και τον περίμενε. Τον περίμενε. Ήξερε ότι έμενε στον 17ο. Αυτός στεκόταν εκεί, μη μπορώντας να κουνηθεί, και μετά έκανε ένα βήμα πίσω. Και, όπως έκανε αυτό, η έκφρασή της άλλαξε. Χαμογελούσε καθώς η πόρτα έκλεινε. Αυτός έτρεξε προς τις σκάλες. Ευτυχώς, το αφώτιστο σημείο στο οποίο έπεσε ήταν ανάμεσα στον 15ο και τον 16ο. Έπρεπε να σύρει τον εαυτό του μόνο ενάμιση όροφο με έναν αφόρητο πόνο στο πόδι του. Ο πατέρας του παρέμενε σιωπηλός στο δρόμο προς το νοσοκομείο, απογοητευμένος και ενοχλημένος μαζί του που είναι τόσο δειλός και ανόητος. Ήταν απλώς ένα κάταγμα. Δεν χρειάστηκε αναπηρικό καροτσάκι, μόνο γύψο και πατερίτσες. Αλλά τώρα ήταν καταδικασμένος να παίρνει το ασανσέρ. Όλο αυτό συνέβει επειδή η εύσωμη κυρία τού χαμογέλασε; Αυτή το ήξερε από την αρχή ότι θα συνέβαινε; Τουλάχιστον ο πατέρας του ήταν μαζί του στο ασανσέρ όταν επέστρεψαν από το νοσοκομείο. Δεν υπήρχε χώρος για να μπει και η εύσωμη κυρία. Κι ακόμη και αν αυτή έμπαινε, ο πατέρας του θα την έβλεπε, θα έβλεπε πόσο παράξενη ήταν και ίσως να τον καταλάβαινε. Και όταν θα έφταναν σπίτι, θα μπορούσε να μείνει στο διαμέρισμα για μερικές μέρες. Ο γιατρός είχε πει να κουράζει το πόδι του όσο το λιγότερο μπορούσε. Μία εβδομάδα ίσως, μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να μπει στο ασανσέρ. Καθώς ανέβαινε με τον πατέρα του, ακουμπισμένος στις πατερίτσες, κοίταξε το ασανσέρ και ένιωσε ένα είδος θριάμβου. Είχε νικήσει το ασανσέρ και την εύσωμη κυρία προς το παρόν. Και το τέλος της εβδομάδας αργούσε ακόμα. “Α! Παραλίγο να το ξεχάσω!” είπε ο πατέρας του πατώντας το 9. “Τι κάνεις; Δεν κατεβαίνεις, έτσι;” τον ρώτησε ο Martin προσπαθώντας να μην ακουστεί πανικοβλημένος. “Υποσχέθηκα στην Terry Ullman ότι θα περνούσα από εκεί” είπε ο πατέρας του κοιτώντας το ρολόι του καθώς έβγαινε. “Άσε με να έρθω μαζί σου, θέλω να την επισκεφτώ κι εγώ” παρακάλεσε ο Martin, προσπαθώντας να προχωρήσει με τις πατερίτσες. Αλλά η πόρτα ήδη έκλεινε. “Φοβάσαι να μείνεις μόνος σου στο ασανσέρ;” ρώτησε ο πατέρας του με περιφρονητικό ύφος. “Θα μεγαλώσεις επιτέλους Martin;” Η πόρτα έκλεισε. Ο Martin πήγε κουτσαίνοντας προς τα κουμπιά και πάτησε το 9, αλλά δεν άλλαξε κάτι. Το ασανσέρ σταμάτησε στον 10ο, όπου η εύσωμη κυρία τον περίμενε. Μπήκε μέσα γρήγορα. Αυτός ήταν πολύ αργός, πολύ ασταθής με τις πατερίτσες και δεν πρόλαβε να βγει. Η πόρτα τους έκλεισε μέσα. Το ασανσέρ ξεκίνησε να ανεβαίνει. “Γεια σου, Martin”, είπε αυτή και γελώντας πάτησε το κουμπί STOP.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια