Ticker

6/recent/ticker-posts

Οι εφιάλτες



Καλησπέρα, αποφάσισα να σας στείλω μια ιστορία. Ευχαριστώ για το χρόνο σας, και ελπίζω να σας αρέσει έστω και λίγο.


Η ιστορία μου ξεκίνησε αρκετά χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμη μικρή. Εγώ και η αδερφή μου περνούσαμε τα σαββατοκύριακα με τη θεία του μπαμπά μου. Αυτή δεν ήταν υπερβολικά θρησκόληπτη, αλλά κάθε Κυριακή πρωί μας έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία. Θυμάμαι ότι περνούσαμε αρκετά ευχάριστα μαζί της, μέχρι τα απογεύματα της Κυριακής που ερχόταν ο μπαμπάς να μας πάρει πίσω στο σπίτι.


Εγώ όμως σχεδόν κάθε Κυριακή βράδυ που πήγαινα για ύπνο, έβλεπα τον ίδιο εφιάλτη: ότι βρισκόμουν στην εκκλησία με τη θεία και την αδερφή μου, όπως στην πραγματικότητα, και μόλις ανάβαμε τα κεριά μας, περνούσε πολύ γρήγορα από πάνω μας μια πύρινη μπάλα, έβγαζε ένα ανατριχιαστικό γέλιο και έσβηνε τα κεριά.


Φυσικά εγώ φοβόμουν πολύ, κάποιες φορές κοιμόμουν με τους γονείς ή μου άναβαν ένα μικρό φως στο δωμάτιο για να μπορέσω να κοιμηθώ.


Αυτά συνέβαιναν για μερικά χρόνια, μέχρι που γύρω στα 11-12 οι γονείς μας άφηναν πλέον να μείνουμε μόνες στο σπίτι, οπότε δε χρειαζόταν να πηγαίνουμε πλέον στη θεία του μπαμπά ή στην εκκλησία. Εκείνη περίπου την εποχή σταμάτησα να βλέπω τον συγκεκριμένο εφιάλτη, αν και ακόμη και τώρα κοιμάμαι πάντα με φως στο δωμάτιο.


Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ήμουν 17 χρονών, η θεία πέθανε από ανακοπή, ήταν αρκετά μεγάλη σε ηλικία. Ήμασταν όλοι πολύ στεναχωρημένοι γιατί την αγαπούσαμε πολύ. Η κηδεία έγινε την επόμενη μέρα, στην ίδια εκκλησία που πηγαίναμε όταν ήμασταν παιδιά. Και το ίδιο βράδυ ο εφιάλτης μου επέστρεψε. Είχα ξεχάσει πόσο αληθινός φαίνονταν τότε, και όντας μεγαλύτερη άρχισα να πιστεύω ότι κάτι δεν πάει καλά. Αυτή τη φορά η πύρινη μπάλα είχε πρόσωπο, παραμορφωμένο και ένα τεράστιο στόμα με δόντια. Ευτυχώς το όνειρο δεν επαναλήφθηκε τα επόμενα βράδια, και μετά από καιρό ξεχάστηκε και πάλι.


Στα 23 πήρα το πτυχίο μου στην Θεολογία, αν και δεν ήταν αυτό που ήθελα να σπουδάσω, αλλά για προσωπικούς λόγους δεν έγραψα αρκετά καλά για άλλη σχολή κοντά στο σπίτι μου. Άρχισα μεταπτυχιακό στη κοινωνιολογία και ποιμαντική και παράλληλα δούλευα μερική απασχόληση σε κοινωνικό έργο και εράνους σε διάφορες εκκλησίες στην πόλη.


Όταν έτυχε να ξαναεπισκεφτώ την εκκλησία που μας πήγαινε η θεία, ξαναθυμήθηκα τον εφιάλτη που έβλεπα. Φοβόμουν να μπω. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι φταίει το μέρος, αν και δε μπορούσα να εξηγήσω γιατί μια εκκλησία θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο τρομακτικούς εφιάλτες και τι μπορεί να σήμαιναν.


Τελικά μπήκα από την πλαϊνή είσοδο, όπου βρίσκονται τα γραφεία και οι αποθήκες με τις δωρεές κλπ. Μαζί με άλλες δύο, μεγαλύτερες στην ηλικία, κυρίες τακτοποιήσαμε τα χαρτιά και τα αντικείμενα προς δωρεά σε φτωχές οικογένειες. Όλη την ώρα ένιωθα άβολα και μία δυσφορία, σε σημείο να αναπνέω πλέον με δυσκολία. Οι δύο κυρίες με κοιτούσαν περίεργα όσο περνούσε η ώρα. Όταν ήταν να φύγουμε επιτέλους και ήμουν μπροστά στην πόρτα, η μία από τις δύο μου είπε, "Ήμασταν τρεις και μείναμε δύο".
"Τρείς;", ρωτάω.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια