
Το πρωί των γενεθλίων της, η μητέρα της Λούσυ την ξύπνησε και της είπε ότι είχε έρθει ένα πακέτο μαζί με την αλληλογραφία και ότι ήταν γι’αυτήν. Το κορίτσι άνοιξε βιαστικά το δώρο και τρομοκρατήθηκε με αυτό που βρήκε μέσα. Ήταν η πιο απαίσια παλιά κούκλα που είχε δει ποτέ. Ήταν τελείως καραφλή και το δέρμα της ήταν ραγισμένο και καλυμμένο από βρώμα. Το χειρότερο από όλα όμως ήταν τα δόντια της. Ήταν μακριά, μυτερά, κοφτερά και τερατώδη. Έμοιαζαν με κυνόδοντες ζώου. Τρέμοντας, πήρε την κούκλα και την πέταξε σε μία γωνία. Η μητέρα της τη μάλωσε λέγοντάς της ότι κάποιος μπήκε σε μεγάλο κόπο για να της στείλει αυτήν την κούκλα – αντίκα. Η μητέρα της τής είπε ότι αυτό που έπρεπε να κάνει ήταν να την εκτιμήσει. Η Λούσυ προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί αλλά η μητέρα της δεν άκουγε. Ανάγκασε το μικρό κορίτσι να κρατήσει την κούκλα. Έτσι, για να έχει το κεφάλι της ήσυχο η Λούσυ έχωσε την κούκλα – αντίκα μέσα στο μικρό ντουλάπι κάτω από τις σκάλες, πίσω από μία στοίβα από παπούτσια όπου δεν θα χρειαζόταν να κοιτάει το άσχημο, διαβολικό μικρό πράγμα. Μετά από μερικά βράδια, όταν η Λούσυ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι άκουσε ένα θόρυβο... ένα θόρυβο σαν κάτι να κινείται, ο οποίος συνέχισε για περίπου 5 λεπτά. Μετά, ένας σύντομος θόρυβος συρσίματος και τελικά, σαν ελαφρά βήματα που προχωρούσαν πολύ γρήγορα. Μέχρι τώρα, η Λούσυ έτρεμε στο κρεβάτι της από τον φόβο, ανίκανη να κουνηθεί. Μετά, νόμιζε ότι άκουσε μία ανεπαίσθητη τραχιά φωνή να ψιθυρίζει σιγανά από κάτω. Η Λούσυ κοιμόταν πάντα με την πόρτα ανοιχτή και το φως του διαδρόμου αναμμένο, καθώς φοβόταν λίγο το σκοτάδι. Άκουσε την φωνή να λέει «Λούσυ, είμαι στο πρώτο σκαλοπάτι»... Και μετά δυνατό ποδοβολητό ξανά, σαν αυτό το κάτι που είχε μιλήσει προφανώς να το είχε σκάσει και επέστρεψε στο μέρος που κρυβόταν. Η Λούσυ φοβόταν τόσο που δεν κοιμήθηκε καθόλου εκείνο το βράδυ, αλλά έμεινε ξαπλωμένη με τον φόβο να την κυριεύει μέχρι τα ξημερώματα, όταν η μητέρα της την σήκωσε για να πάει στο σχολείο. Η Λούσυ προσπαθησε να εξηγήσει στη μητέρα της τι είχε γίνει το προηγούμενο βράδυ, αλλά ήταν τόσο κουρασμένη που όταν η μητέρα της το θεώρησε απλά ένα όνειρο, άρχισε να πιστεύει πως όντως κάτι τέτοιο ίσχυε. Φυσικά και δεν ίσχυε. Η Λούσυ ικέτεψε τους γονείς της να την αφήσουν να πετάξει την κούκλα – αντίκα στα σκουπίδια, αλλά επέμεναν ότι ήταν δώρο και έπρεπε να την κρατήσει. Έτσι, η Λούσυ διστακτικά πήγε πίσω στο κρεβάτι, λέγοντας στον εαυτό της ότι ήταν μόνο ένα όνειρο. Έλεγξε το ντουλάπι κάτω από τις σκάλες, αλλά η κούκλα ήταν εκεί ακριβώς που η Λούσυ την είχε αφήσει. Εκείνη τη νύχτα, η Λούσυ προσπάθησε να μην κοιμηθεί αλλά τελικά υπέκυψε και κοιμήθηκε. Σύντομα, η βαθιά, άυλη φωνή ξύπνησε την Λούσυ ξανά. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε περίπτωση να την ακούει μόνο μέσα στο μυαλό της. «Λούσυυυυυ! Είμαι στο τέταρτο σκαλοπάτι....» αυτή είπε. Μετά ακούστηκε το ποδοβολητό και η φωνή δεν ξανακούστηκε εκείνο τα βράδυ. Η Λούσυ έκλαιγε ήδη μέχρι τώρα και πάλι δεν κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα. Στο σχολείο, η Λούσυ είπε στους φίλους της για την κούκλα και, φυσικά, γέλασαν μαζί της. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί η Λούσυ ήταν αν η κούκλα ανέβαινε 4 σκαλοπάτια κάθε φορά, τότε είχε μείνει ακόμη ένα βράδυ μέχρι να φτάσει στην κορυφή της σκάλας. Εκείνο το βράδυ η Λούσυ αποφάσισε να κλείσει την πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Όταν η μητέρας της έσβησε το φως ρώτησε την Λούσυ πως και δεν φοβόταν πλέον το σκοτάδι. Η Λούσυ απάντησε ότι ήταν και ρώτησε αν ήταν δυνατόν να αφήσει ανοιχτό το φως της κρεβατοκάμαρας και όχι του διαδρόμου. Αλλά η μητέρας της τόνισε ότι το φως της κραβατοκάμαράς της ήταν τόσο δυνατό που θα την κράταγε ξύπνια και είπε όχι. Έτσι, η Λούσυ συμφώνησε να κοιμηθεί χωρίς φως. Άνοιξε τις κουρτίνες του δωματίου ώστε να φωτίζεται το δωμάτιο έστω και λίγο. Εκεί που πήγε να την πάρει ο ύπνος, άκουσε ένα θόρυβο. Και μετά ακούστηκε η φωνή, αυτήν την φορά πολύ καθαρά. «Λούυσυυυυυ! Είμαι στο τελευταίο σκαλοπάτι...» Μέσα στο σκοτάδι της κρεβατοκάμαράς της, η Λούσυ άκουσε ένα κλικ και άρχισε να τρέμει από τον φόβο. Δεν ήταν σίγουρη, αλλά νόμιζε πως μπορούσε να δει την πόρτα του δωματίου της να ανοίγει πολύ πολύ αργά. Το επόμενο πρωί, οι γονείς της Λούσυ βρήκαν το πτώμα της στο τέλος της σκάλας. Πίστευαν ότι πήγαινε στην τουαλέτα κάποια στιγμή το βράδυ και μέσα στο σκοτάδι γλίστρησε και έπεσε από τις σκάλες, σπάζοντας έτσι τον λαιμό της. Η κούκλα – αντίκα βρέθηκε δίπλα από το πτώμα και θάφτηκε μαζί με την Λούσυ. Όλοι έλεγαν τι μεγάλη τραγωδία είχε συμβεί. «Λάτρευε αυτήν την κούκλα», είπε η μητέρα της. «Τώρα μπορούν να είναι μαζί για πάντα».
0 Σχόλια